πλάνη

ἡ πλάνη блуждание; заблуждение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πλάνη" в других словарях:

  • πλάνη — η 1) заблуждение, ошибка: και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης (Ματθ. 27, 64) и будет последний обман хуже первого (Мф. 27, 64); 2) прелесть: βρίσκομαι στην πλάνη быть в прелести, заблуждаться Этим. дргр. < πλανώ / ώμαι «вводить в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πλάνη — wandering fem nom/voc sg (attic epic ionic) πλανάω cause to wander pres imperat act 2nd sg (doric) πλανάω cause to wander pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) πλανάω cause to wander imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνῃ — πλάνη wandering fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνη — Παραδρομή του πνεύματος, το οποίο, κατά τη διαδρομή των ενεργειών του, χάνει την ορθή κατεύθυνση και καταλήγει να θεωρεί ως αληθινό εκείνο που είναι εσφαλμένο ή αντίστροφα. Η π. χαρακτηρίζεται από αδικαιολόγητη πίστη στην αντικειμενική αξία… …   Dictionary of Greek

  • πλάνη — I (λ. ιταλ.), εργαλείο ξυλουργού με το οποίο ομαλύνει τις επιφάνειες των ξύλων, αλλιώς ροκάνι, το: Σιάξε το ξύλο με την πλάνη. II γνώμη λαθεμένη, σφάλμα, λάθος: Δεν είναι σπάνιες οι δικαστικές πλάνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλάνη — [плани] ουσ. Θ. заблуждение, промах, ошибка, обман …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πλανῇ — πλανάω cause to wander pres subj mp 2nd sg (doric) πλανάω cause to wander pres ind mp 2nd sg (doric) πλανάω cause to wander pres subj act 3rd sg (doric) πλανάω cause to wander pres ind act 3rd sg (doric) πλανάω cause to wander pres subj mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάναι — πλάνη wandering fem nom/voc pl πλάνᾱͅ , πλάνη wandering fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνηι — πλάνῃ , πλάνη wandering fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλανᾶν — πλάνη wandering fem gen pl (doric aeolic) πλανάω cause to wander pres part act masc voc sg (doric aeolic) πλανάω cause to wander pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) πλανάω cause to wander pres part act masc nom sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλανῶν — πλάνη wandering fem gen pl πλανάω cause to wander pres part act masc voc sg πλανάω cause to wander pres part act neut nom/voc/acc sg πλανάω cause to wander pres part act masc nom sg (attic epic ionic) πλανάω cause to wander pres part act masc nom …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.